Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Το περιστέρι των φιλιών..

     Μια φορά και έναν καιρό στον μεγάλο κήπο του ουρανού, ζούσαν χιλιάδες περιστέρια με τις οικογένειες τους..Όλα δούλευαν νύχτα μέρα για να μην στεναχωρήσουν τον Θεό που τον φώναζαν «Μεγάλο», μιας και εκείνα ήταν πολύ μικρά μπροστά Του.. Όμως ο Μεγάλος, είχε αδυναμία σε μία οικογένεια που είχε μόνο ένα παιδί, που το έλεγαν Πιτσούνι.. Το Πιτσούνι αγαπούσε πάρα πολύ τα παιδιά και δεν άντεχε να τα βλέπει στεναχωρημένα..Για αυτό ο Μεγάλος του είχε αναθέσει, να μεταφέρει τα φιλιά όλων των γονιών, που ζούσαν στον κήπο του ουρανού μακριά από τα παιδιά τους..
     Το είχε κάνει πολλές φορές αυτό το ταξίδι το Πιτσούνι..Κάθε βράδυ που τα παιδιά έπεφταν για ύπνο, τρύπωνε στα δωμάτια τους, και χωρίς να κάνει φασαρία μην τυχόν και ξυπνήσουν, έφτανε κοντά στα μάγουλα τους και έδινε το φιλί που έστελναν οι γονείς τους.. Άλλες φορές, ήταν ένα φιλί από το μπαμπά και άλλες από τη μαμά..Υπήρχαν όμως και στιγμές που το Πιτσούνι αναγκαζόταν να κουβαλά δύο φιλιά και από τους δύο γονείς, στα παιδιά που έμεναν μόνα τους στη γη.. Μια φορά μάλιστα είχε φωνάξει στον Μεγάλο λέγοντας: «Πως μπορείς να αφήνεις ένα τόσο δα μικρό παιδί μόνο του στη γη; Εσύ δεν λες ότι έχεις αδυναμία στα παιδιά και ότι δεν μπορείς να τους χαλάσεις ποτέ χατίρι όταν σου μιλάνε από τη γη; Τώρα που έχεις και τους δύο γονείς εδώ, λες να σε ευχαριστούν κιόλας;» Και ο Μεγάλος με ηρεμία και χαμόγελο του είχε πει.. «Το φιλί όμως που δίνεις κάθε βράδυ στα παιδιά, είναι η σκάλα τους για να ανεβούν ακόμα ένα σκαλοπάτι στον ουρανό και να αγκαλιάσουν την μαμά και τον μπαμπά στα όνειρά τους.. Χωρίς εσένα δεν θα είχαν τίποτα..» Σε εκείνη την απάντηση είχε γίνει κατακόκκινο το Πιτσούνι και από τότε, μετέφερε ακόμα πιο πολλά φιλιά..
     Μια μέρα όμως το Πιτσούνι έχασε το δρόμο και βρέθηκε στο δωμάτιο που στη πόρτα του έγραφε: «Χριστινάκι».. Το Χριστινάκι ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε μαζί και με τους δυο γονείς του στη γη και κάθε βράδυ που κοιμόταν έμοιαζε με άγγελο.. Το Πιτσούνι δεν είχε καταλάβει πως είχε χαθεί και μόλις ανέβηκε στο κρεβάτι της μικρής και πήγε να το φιλήσει, εκείνο ξύπνησε.. Το Πιτσούνι τρόμαξε και πήγε κάτω από το τραπεζάκι της.. Όμως η Χριστίνα δεν είχε τρομάξει καθόλου και πήγε δίπλα του, να το χαιδέψει.. «Μην φοβάσαι καλό περιστεράκι..Δεν θα σε πειράξω..Αλλά είσαι τόσο όμορφο και θέλω να σε χαιδέψω..Αν με αφήσεις να σε αγγίξω μία φορά, θα ανοίξω το παράθυρο να πετάξεις, γιατί δεν μπορώ να καταλάβω πως βρέθηκες εδώ..» Το Πιτσούνι ξαφνιάστηκε με το θάρρος της μικρής, που δεν ήξερε ότι χάιδευε ένα περιστέρι του ουρανού, όμως την συμπάθησε από την αρχή και έτσι την άφησε.. Από τα πολλά χάδια όμως, το Πιτσούνι ξεχάστηκε και έπρεπε να βιαστεί για να παραδώσει το φιλί εκεί που έπρεπε.. Από την άλλη όμως, η μικρή ήταν τόσο χαριτωμένη και χαμογελαστή, που δεν ήθελε να την αφήσει.. Και έτσι της μίλησε.. «Είσαι τόσο γλυκιά και όμορφη Χριστινάκι μου, αλλά πρέπει να φύγω..» Η μικρή που ούτε και τώρα τρόμαξε, του απάντησε με καμάρι: «Αχ μην φύγεις..Το αρκουδάκι μου τρύπωσε στο πλυντήριο χτες και όταν ξαναβγήκε είχε γίνει μικροσκοπικό, όπως η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων που μου διάβασε η μαμά μου χτες, και δεν έχω άλλο τόσο τρυφερό για να αγκαλιάσω και να κοιμηθώ..» Και το Πιτσούνι αναγκάστηκε να της πει τι δουλειά έκανε και δεν μπορούσε να μείνει μαζί της..Όταν της το είπε, εκείνη το κοίταξε παράξενα και σκεφτόταν τι να κάνει για να μην θυμώσει ο Μεγάλος που δεν κατάλαβε ποιος ήταν, αλλά τρόμαξε γιατί τον φαντάστηκε τεράστιο.. «Το βρήκα!» φώναξε στο τέλος η μικρή.. « Θα κοιμηθούμε μαζί απόψε και το πρωί που θα ανοίξω το παράθυρο θα σου δώσω να μεταφέρεις ένα φιλί και ένα γράμμα σε αυτόν τον Μεγάλο. Εντάξει;» «Σύμφωνοι..» απάντησε το Πιτσούνι..Έτσι, κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ για πρώτη του φορά στη γη, μαζί με την μικρή Χριστίνα..
     Το πρωί που ξύπνησε, η Χριστίνα είχε κιόλας έτοιμο το γράμμα για τον Μεγάλο και με μία μικρή κλωστή το έδεσε στο πόδι του Πιτσουνιού. Μετά του έδωσε ένα φιλί τόσο βαρύ που στην αρχή το Πιτσούνι δεν μπορούσε να το σηκώσει.. Όμως η Χριστίνα του φώναξε: «Άντε καλό περιστεράκι, πρέπει να γυρίσεις πριν μεγαλώσει και άλλο ο Μεγάλος.» Τότε το Πιτσούνι έβαλε όλη του τη δύναμη και πέταξε μέχρι τον κήπο του ουρανού, όπου ο Μεγάλος τον περίμενε με αρκετά νεύρα στην αγκαλιά Του.. «Μπορείς να μου πεις που είσαι και η μαμά του παιδιού δεν το είδε καθόλου χτες;» είπε ο Μεγάλος και το Πιτσούνι λαχανιασμένο απάντησε: «Δεν φταίω εγώ, αλλά όπως θα ξέρεις χάθηκα και βρέθηκα στο δωμάτιο της Χριστίνας η οποία για να μην με διώξεις, σου στέλνει αυτό το φιλί και ένα γράμμα..»
     
Ο Μεγάλος γεμάτος περιέργεια, άνοιξε το γράμμα και άρχισε να το διαβάζει..

« Κύριε Μεγάλε..Για να μην σε κουράσω και μεγαλώσεις κι άλλο από τα νεύρα σου, ήθελα να σου πω πως το περιστέρι σου κοιμήθηκε μαζί μου χτες, γιατί όπως θα σου είπε, το αρκουδάκι μου μπήκε στο πλυντήριο και όταν βγήκε ήταν πάλι μωρό και δεν μου άρεσε..Ξέρω πως η δουλειά σου είναι δύσκολη εκεί ψηλά, αλλά θα μπορούσες να μου κάνεις μια χάρη; Είσαι μεγάλος και σίγουρα τα βλέπεις όλα από τον ουρανό και όπως θα ξέρεις, η φίλη μου η Μαρία δεν έχει μαμά και ο μπαμπάς της δεν έχει λεφτά να της αγοράσει ένα άσπρο περιστέρι.. Για αυτό αν δεν είναι δύσκολο, στείλε το περιστέρι σου να μείνει εδώ στη γη μαζί με τη Μαρία και εγώ να ξέρεις δεν θα σε κοροϊδέψω στο σχολείο, που σε λένε Μεγάλο και δεν έχεις όνομα όπως όλα τα παιδιά.. Και επειδή είμαι σίγουρη πως μπορεί να το ξεχάσεις, σου στέλνω και το φιλί που δίνω κάθε πρωί στη μαμά μου πριν πάω σχολείο και της μένει σημάδι, γιατί το μουστάκι που φτιάχνει το γάλα στο πρόσωπο μου δεν φεύγει εύκολα..Με αγάπη το Χριστινάκι..
Υ.Γ ..Αν δεν είναι μυστικό πες μου το όνομά σου, γιατί η μαμά λέει να μην μιλάμε σε αγνώστους και αν μάθει ότι σου έγραψα και γράμμα θα φωνάζει..»

     Ο Μεγάλος ενθουσιάστηκε με το γράμμα της μικρής και ανακοίνωσε στο Πιτσούνι πως από δω και μπρος θα ζούσε μαζί με τη Μαρία και θα έβλεπε και την Χριστίνα που τόσο πολύ συμπάθησε.. Το Πιτσούνι δεν έφερε καμία αντίρρηση και αφού ο Μεγάλος έβαλε ένα τόσο δα χαρτάκι στο πόδι του, πέταξε για τη γη για να ζήσει για πάντα εκεί ξεκούραστο και ευτυχισμένο.. Φτάνοντας εκεί, κάθισε στο παράθυρο της Χριστίνας και της έδωσε το χαρτί που της είχε δώσει ο Μεγάλος, το οποίο έγραφε: « Το όνομα μου είναι Θεός..» Η Χριστίνα δεν κατάλαβε τι όνομα ήταν αυτό, αλλά από τη χαρά της που το περιστέρι για τη Μαρία ήταν εδώ, δεν έδωσε σημασία και πήγε σπίτι της να της το δώσει.. Όταν έφτασε, είπε στη Μαρία ότι είναι το δώρο που ήθελε από καιρό να της κάνει και πως αυτό το περιστέρι είναι το πιο λευκό στον κόσμο και λατρεύει τα παιδιά ως τον ουρανό.. Βλέποντας η Μαρία το περιστέρι, χάρηκε τόσο πολύ που όταν το έδειξε στον μπαμπά της, εκείνος είπε με ανακούφιση: « Ο Θεός είναι μεγάλος..» και η Χριστίνα την επόμενη μέρα στο σχολείο, όταν η δασκάλα την ρώτησε στα Θρησκευτικά τι είναι ο Θεός, εκείνη απάντησε με σιγουριά: «Ένας μεγάλος που ζει στον ουρανό..»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου